Το θέατρο του πραγματικού αναδύθηκε ως διακριτό πεδίο θεατρικής πρακτικής στη διασταύρωση του ντοκιμαντερισμού, της πολιτικής τέχνης και της μεταμοντέρνας αμφισβήτησης της αναπαράστασης. Αν και πρώιμες εκφάνσεις του μπορούν να εντοπιστούν στο πολιτικό θέατρο της δεκαετίας του 1920 και στις πειραματικές πρακτικές της μεταπολεμικής περιόδου, το θέατρο του πραγματικού καθιερώθηκε ως συνειδητή καλλιτεχνική τάση από τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν δημιουργοί όπως ο Peter Weiss [Πέτερ Βάις] με το θέατρο τεκμηρίωσης και ομάδες όπως το Living Theatre επιδίωξαν να συνδέσουν τη σκηνική πράξη με την πολιτική πραγματικότητα.
Η σύνδεση του θεάτρου του πραγματικού με την πραγματικότητα συντελείται σε πολλαπλά επίπεδα. Σε επίπεδο δραματουργίας, ενσωματώνει τεκμήρια, αρχειακό υλικό, δημοσιογραφικές αναφορές, δικαστικά πρακτικά, μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων και αυτοβιογραφικές αφηγήσεις. Σε παραστασιακό επίπεδο, μπορεί να περιλαμβάνει μη επαγγελματίες επιτελεστές που αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες, να πραγματοποιείται σε πραγματικούς τόπους (τοποσυνάφεια) ή να χρησιμοποιεί αυθεντικά αντικείμενα. Σε αισθητικό επίπεδο, συχνά υιοθετεί μια αντι-θεατρική ή μινιμαλιστική προσέγγιση που αποφεύγει την παραδοσιακή θεατρικότητα υπέρ μιας αίσθησης αυθεντικότητας και άμεσης μαρτυρίας.
Κάτω από τον όρο συστεγάζονται διάφορες μορφές: το θέατρο τεκμηρίωσης [documentary theatre] βασίζεται σε αρχειακό υλικό και ιστορικά ντοκουμέντα, όπως στο έργο Die Ermittlung [Η Ανάκριση] (1965) του Peter Weiss, που χρησιμοποιεί πρακτικά των δικών της Φρανκφούρτης για τα εγκλήματα του Άουσβιτς. Το αυτολεξεί θέατρο [verbatim theatre] χρησιμοποιεί κατά λέξη μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις, όπως στο The Laramie Project [Το Πρότζεκτ Λαράμι] (2000) της ομάδας Tectonic Theater Project, που εξετάζει το φόνο του Matthew Shepard [Μάθιου Σέπαρντ]. Το θέατρο μαρτυρίας [theatre of testimony] επικεντρώνεται σε προσωπικές αφηγήσεις επιζώντων, όπως στα έργα που προέκυψαν από την Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης της Νότιας Αφρικής. Το δικαστηριακό θέατρο [tribunal theatre] αναπαράγει ή επαναδιατυπώνει δικαστικές διαδικασίες, ενώ η αναδιαδραμάτιση [reenactment] επαναλαμβάνει ιστορικά γεγονότα ή παλαιότερες παραστάσεις.
Σημαντικοί εκπρόσωποι του θεάτρου του πραγματικού περιλαμβάνουν τη Anna Deavere Smith [Άννα Ντίβερ Σμιθ], η οποία με τα έργα Fires in the Mirror [Φωτιές στον καθρέφτη] (1992) και Twilight: Los Angeles [Σούρουπο: Λος Άντζελες] (1994) χρησιμοποιεί συνεντεύξεις για να εξετάσει φυλετικές εντάσεις, τον Milo Rau [Μίλο Ράου], ο οποίος δημιουργεί «θέατρο του πραγματικού» που επανεξετάζει ιστορικά τραύματα όπως στο The Congo Tribunal [Το Δικαστήριο του Κονγκό] (2015), και τους Rimini Protokoll [Ρίμινι Πρωτοκόλ], ομάδα που εργάζεται με «ειδικούς της καθημερινότητας» αντί για επαγγελματίες ηθοποιούς.
Το θέατρο του πραγματικού γνωρίζει ιδιαίτερα δυναμική ανάπτυξη από το τέλος του 20ού αιώνα, ανταποκρινόμενο σε κοινωνικές κρίσεις, πολέμους, μεταναστευτικά ζητήματα και ιστορικά τραύματα. Η διάδοσή του συνδέεται με την κρίση εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και την αναζήτηση εναλλακτικών μορφών μαρτυρίας και ιστορικής μνήμης. Ταυτόχρονα, εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τη φύση της αλήθειας, την ηθική της αναπαράστασης τραυματικών εμπειριών και τα όρια μεταξύ τεκμηρίωσης και καλλιτεχνικής μεσολάβησης.